Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα υποχώρησε στο 1,7% τον Οκτώβριο, από 1,8% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat. Πρόκειται για τον χαμηλότερο ρυθμό αύξησης τιμών από τον Ιούλιο του 2021, όταν ο δείκτης είχε διαμορφωθεί στο 1,4%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη σταδιακή αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων στη χώρα, μετά από μια διετία έντονων αυξήσεων σε ενέργεια και τρόφιμα.
Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 2,1% από 2,2% τον Σεπτέμβριο, συνεχίζοντας την καθοδική του πορεία προς τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για σταθερότητα τιμών κοντά στο 2%.
Η Ελλάδα καταγράφει πλέον τον πέμπτο χαμηλότερο πληθωρισμό ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Χαμηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν μόνο στην Κύπρο (0,3%), τη Γαλλία (0,9%), την Ιταλία (1,3%) και τη Φινλανδία (1,5%). Στον αντίποδα, τον υψηλότερο πληθωρισμό εμφάνισαν η Εσθονία (4,5%), η Λετονία (4,2%), καθώς και η Αυστρία και η Κροατία (4% και οι δύο).
Σύμφωνα με την Eurostat, οι υπηρεσίες παρουσίασαν τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης τιμών στην Ευρωζώνη, 3,4% (από 3,2% τον Σεπτέμβριο), ενώ ακολούθησαν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 2,5% (έναντι 3%). Τα μη ενεργειακά βιομηχανικά προϊόντα αυξήθηκαν οριακά κατά 0,6%, ενώ οι τιμές της ενέργειας υποχώρησαν κατά 1%, συμβάλλοντας στην ευρύτερη αποκλιμάκωση.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, είδε τον πληθωρισμό της να επιβραδύνεται στο 2,3%, από 2,4% τον Σεπτέμβριο, επιβεβαιώνοντας την τάση σταθεροποίησης. Στη Γαλλία, ο δείκτης μειώθηκε περαιτέρω στο 0,9%, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών ενέργειας και τροφίμων.
Αντίθετα, στην Ισπανία καταγράφηκε άνοδος, με τον πληθωρισμό να φτάνει στο 3,1%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2024. Η αύξηση οφείλεται κυρίως στην άνοδο του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και μεταφορών, η οποία αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη μείωση των τιμών των καυσίμων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη ενισχύει την αισιοδοξία ότι η ΕΚΤ μπορεί να διατηρήσει σταθερά τα επιτόκια, καθώς ο πληθωρισμός πλησιάζει πλέον τον στόχο του 2%. Για την Ελλάδα, η διατήρηση του δείκτη κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης αποτελεί θετική εξέλιξη για την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και το οικονομικό κλίμα, ενόψει ενός χειμώνα με μειωμένες πληθωριστικές πιέσεις.



















