Η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη), η οποία εγκρίθηκε οριστικά στις 9 Ιανουαρίου 2026 έπειτα από περισσότερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, συνιστά μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών.
Η συμφωνία δημιουργεί μια τεράστια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, που καλύπτει πάνω από 700 εκατομμύρια καταναλωτές και επανακαθορίζει τις εμπορικές σχέσεις της Ευρώπης με τη Λατινική Αμερική. Για την Ελλάδα, η συμφωνία αυτή αποτελεί ένα σύνθετο μείγμα ευκαιριών, κινδύνων και αναγκαίων προσαρμογών, ιδιαίτερα για τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση και τον τελικό καταναλωτή.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 335 ελληνικές επιχειρήσεις πραγματοποιούν σήμερα εξαγωγές στις χώρες της Mercosur, με το 79% αυτών να είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, περίπου 4.300 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα εξαρτώνται άμεσα από τις εξαγωγές προς τις συγκεκριμένες αγορές.
Το συνολικό εμπόριο μεταξύ Ελλάδας και Mercosur ανέρχεται σε 2,6 δισ. ευρώ, με τις ελληνικές εξαγωγές να φτάνουν τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από τις χώρες της Mercosur διαμορφώνονται στα 396 εκατ. ευρώ. Το μπλοκ της Mercosur αποτελεί τον 22ο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ελλάδας εκτός ΕΕ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αγροδιατροφικός τομέας, αν και η αξία των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών παραμένει σχετικά περιορισμένη, μόλις 34 εκατ. ευρώ. Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνονται το ελαιόλαδο και τα ακτινίδια, με την Ελλάδα
Επιπτώσεις για την ελληνική παραγωγή
Η επίσημη ελληνική αποτίμηση της συμφωνίας συνοψίζεται στη φράση «αναταράξεις ναι, δομικά προβλήματα όχι». Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διατύπωση κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Προστασία προϊόντων ΠΟΠ και γεωγραφικών ενδείξεων
Ένα από τα πλέον θετικά στοιχεία της συμφωνίας για την Ελλάδα είναι η πλήρης και νομικά δεσμευτική προστασία 21 ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ στις αγορές της Mercosur. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται εμβληματικά προϊόντα της ελληνικής αγροδιατροφής όπως:
- η Φέτα,
- το Ελαιόλαδο Καλαμάτας,
- η Μαστίχα Χίου,
- ο Κρόκος Κοζάνης,
- καθώς και οίνοι διεθνούς φήμης όπως της Νάουσας, της Νεμέας, της Μαντινείας και της Σαντορίνης.
Η προστασία αυτή αποκλείει τη χρήση των συγκεκριμένων ονομασιών από απομιμήσεις και «λευκές ετικέτες», γεγονός που ενισχύει την προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη πωλούνται διεθνώς σε τιμές έως και δύο ή τρεις φορές υψηλότερες από τα αντίστοιχα μη πιστοποιημένα, κάτι που μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά τα έσοδα των Ελλήνων παραγωγών.
Νέες εξαγωγικές προοπτικές
Η μείωση ή και κατάργηση δασμών – που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν έως και το 27% – δημιουργεί νέες εξαγωγικές ευκαιρίες για ελληνικά προϊόντα, ιδιαίτερα για:
- τα ελληνικά κρασιά,
- τα τυποποιημένα τρόφιμα υψηλής ποιότητας,
- το ελαιόλαδο και τα προϊόντα μεταποίησης.
Παράλληλα, η συμφωνία διευκολύνει τη δραστηριοποίηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των ελληνικών εξαγωγών προς τη Mercosur.
Προκλήσεις στον πρωτογενή τομέα
Παρά τα οφέλη, οι ανησυχίες των Ελλήνων αγροτών και κτηνοτρόφων παραμένουν έντονες. Οι χώρες της Mercosur διαθέτουν:
- χαμηλότερο κόστος εργασίας,
- λιγότερο αυστηρό περιβαλλοντικό πλαίσιο,
- φθηνότερες πρώτες ύλες και ενέργεια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παραγωγή πατάτας, όπου το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα εκτιμάται έως και 300% υψηλότερο σε σύγκριση με τη Βραζιλία. Αντίστοιχες πιέσεις αναμένονται σε προϊόντα όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά και η ζάχαρη, γεγονός που εντείνει τον φόβο απώλειας μεριδίων αγοράς για τους εγχώριους παραγωγούς.
Τι αλλάζει για τον Έλληνα καταναλωτή
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αναμένεται να επηρεάσει άμεσα και έμμεσα την καθημερινότητα των Ελλήνων καταναλωτών.
Τιμές και ποικιλία προϊόντων
Η αύξηση των εισαγωγών σε βασικά αγροτικά προϊόντα, όπως:
- το βόειο κρέας,
- τα πουλερικά,
- το ρύζι και
- η ζάχαρη,
ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση των τιμών στο ράφι, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένου πληθωρισμού. Παράλληλα, οι καταναλωτές θα έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων.
Ζητήματα ποιότητας και ασφάλειας
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαβεβαιώνει ότι όλα τα εισαγόμενα προϊόντα θα συμμορφώνονται πλήρως με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων και υγείας. Ωστόσο, δεν λείπουν οι επικρίσεις, κυρίως από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ενώσεις καταναλωτών, σχετικά με:
- τη χρήση φυτοφαρμάκων στις χώρες της Mercosur που είναι απαγορευμένα στην ΕΕ,
- τη δυσκολία ελέγχου της πλήρους ιχνηλασιμότητας σε μεγάλες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η αξιοπιστία των ελεγκτικών μηχανισμών θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών.
Βιομηχανικά αγαθά και μεταφορές
Η κατάργηση δασμών σε ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα, μηχανήματα και οχήματα μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε χαμηλότερες τιμές και αυξημένο ανταγωνισμό, με πιθανό όφελος για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Μηχανισμοί προστασίας και δικλείδες ασφαλείας
Για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας, προβλέπονται συγκεκριμένοι μηχανισμοί προστασίας:
Ρήτρες διασφάλισης
Η ΕΕ διατηρεί το δικαίωμα να αναστείλει προσωρινά τις δασμολογικές παραχωρήσεις σε περίπτωση:
- απότομης πτώσης των τιμών άνω του 8%,
- ή σοβαρής απειλής για την εγχώρια παραγωγή.
Ειδικά μέτρα για ευαίσθητα προϊόντα
Ιδιαίτερη μέριμνα έχει ληφθεί για τα ελληνικά εσπεριδοειδή, μέσω του μηχανισμού της «τιμής εισόδου», ο οποίος ενεργοποιεί αυξημένους δασμούς όταν οι εισαγωγές πραγματοποιούνται σε τιμές που απειλούν την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων.
Παράλληλα, προβλέπεται συστηματική παρακολούθηση της αγοράς και τακτική ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών.
Οικονομικό & πολιτικό στοίχημα για την Ελλάδα η συμφωνία ΕΕ–Mercosur
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur το 2026 αποτελεί ένα μεγάλο οικονομικό και πολιτικό στοίχημα για την Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, ενισχύει την εξωστρέφεια, προστατεύει την ταυτότητα των εμβληματικών ελληνικών προϊόντων και υπόσχεται χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Από την άλλη, αυξάνει την πίεση στον πρωτογενή τομέα και αναδεικνύει την ανάγκη για ενεργή στήριξη των Ελλήνων αγροτών, επενδύσεις στην ποιότητα και καλύτερη οργάνωση των εξαγωγικών δομών.
Η επιτυχία της συμφωνίας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να μετατρέψει τις προκλήσεις σε ευκαιρίες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την κοινωνική συνοχή, τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής και την προστασία του καταναλωτή.



















