Σημαντική επιδείνωση καταγράφουν το 2025 τα έσοδα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, επιβεβαιώνοντας ότι ο βασικός πυλώνας της ρωσικής οικονομίας βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση.
Σύμφωνα με στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών, οι συνολικές εισπράξεις από τον ενεργειακό τομέα μειώθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση, διαμορφούμενες στα 8,48 τρισ. ρούβλια (περίπου 108 δισ. δολάρια), από 11,13 τρισ. ρούβλια το 2024. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από το 2020, χρονιά που σημαδεύτηκε από την πανδημία και την κατάρρευση των διεθνών τιμών πετρελαίου.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο εξακολουθούν να συνεισφέρουν περίπου το 25% των συνολικών κρατικών εσόδων. Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης, η ρωσική οικονομία παραμένει έντονα εξαρτημένη από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, γεγονός που καθιστά κάθε μεταβολή στις τιμές και στους όγκους πωλήσεων κρίσιμη για τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα σε μηνιαία βάση. Τον Δεκέμβριο του 2025 τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο περιορίστηκαν στα 447,8 δισ. ρούβλια, έναντι 790,2 δισ. ρούβλια τον ίδιο μήνα του 2024, ενώ ήταν αισθητά χαμηλότερα και σε σύγκριση με τον Νοέμβριο του 2025, όταν είχαν φθάσει τα 530,9 δισ. ρούβλια. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η πτωτική τάση δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποκτά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Οι αιτίες είναι πολλαπλές. Οι δυτικές κυρώσεις περιορίζουν την πρόσβαση της Ρωσίας σε παραδοσιακές αγορές και χρηματοδότηση, ενώ η Μόσχα αναγκάζεται να πουλά μεγάλες ποσότητες πετρελαίου με σημαντικές εκπτώσεις προς αγοραστές όπως η Κίνα και η Ινδία. Παράλληλα, οι διακυμάνσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας και το αυξημένο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης μειώνουν τα καθαρά έσοδα.
Η συρρίκνωση των ενεργειακών εισπράξεων δημιουργεί σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις για το Κρεμλίνο, τη στιγμή που οι κρατικές δαπάνες –ιδίως οι στρατιωτικές και κοινωνικές– παραμένουν αυξημένες. Η ανάγκη χρηματοδότησης του πολέμου στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με τη διατήρηση κοινωνικής σταθερότητας στο εσωτερικό, περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης. Οι επιλογές που απομένουν περιλαμβάνουν την άντληση πόρων από αποθεματικά, την αύξηση της φορολογίας σε άλλους τομείς ή την περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, με κίνδυνο πληθωριστικών πιέσεων.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η πτωτική πορεία των ενεργειακών εσόδων αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας. Η υπερβολική εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες καθιστά το οικονομικό μοντέλο ευάλωτο σε γεωπολιτικούς και αγοραίους κραδασμούς. Όσο το ενεργειακό «μαξιλάρι» συρρικνώνεται, τόσο μειώνεται η ικανότητα της Μόσχας να απορροφά εξωτερικά σοκ και να χρηματοδοτεί φιλόδοξες πολιτικές.
Το μήνυμα των αριθμών είναι σαφές: η Ρωσία εξακολουθεί να στηρίζεται στην ενέργεια, αλλά η ενέργεια δεν της προσφέρει πλέον την ίδια δημοσιονομική ασφάλεια. Αν η τάση συνεχιστεί, οι οικονομικές αντοχές του Κρεμλίνου θα δοκιμαστούν σε βάθος χρόνου.



















