Σχεδόν στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται η Ελλάδα ως προς την επίτευξη των οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης, καταγράφοντας συνολικά 178 ολοκληρωμένα ορόσημα από τα 382, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 46,6%. Ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώνεται στο 48,8%, με τη χώρα μας να καταλαμβάνει τη 17η θέση μεταξύ των κρατών-μελών, σύμφωνα με την ανάλυση «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank.
Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται σημαντικά ανά πυλώνα πολιτικής. Στους τομείς της «Πράσινης μετάβασης» και της «Έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης» η Ελλάδα υπεραποδίδει σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τον δεύτερο πυλώνα να εμφανίζει ποσοστό ολοκλήρωσης άνω του 50%. Στον «Ψηφιακό μετασχηματισμό» η πρόοδος είναι αντίστοιχη της ΕΕ, ενώ στον πυλώνα «Υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα» η υστέρηση είναι περιορισμένη. Αντίθετα, αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στους πυλώνες «Κοινωνική και εδαφική συνοχή» και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά».
Όσον αφορά τις εκταμιεύσεις πόρων την περίοδο 2020-2024, η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της ΕΕ στο σκέλος των δανείων, τόσο σε ετήσια όσο και σε σωρευτική βάση. Στις επιχορηγήσεις, η πορεία των σωρευτικών εκταμιεύσεων ακολουθεί σε γενικές γραμμές την ευρωπαϊκή τάση, αν και το 2024 παρατηρείται απόκλιση.
Σε επίπεδο αξιοποίησης των πόρων, η χώρα καταγράφει οριακά υψηλότερο ποσοστό χρήσης των δανειακών κονδυλίων σε σχέση με την ΕΕ, ενώ στις επιχορηγήσεις υστερεί. Παρ’ όλα αυτά, τα ετήσια ποσοστά εκταμίευσης εμφανίζουν σαφή βελτίωση, με την Ελλάδα να ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τόσο στα δάνεια από το 2023 όσο και στις επιχορηγήσεις το 2024.
Ως προς την κατανομή των πόρων, στις επιχορηγήσεις το μεγαλύτερο μερίδιο κατευθύνεται σε κεφαλαιουχικές δαπάνες, ποσοστό που είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ. Στα δάνεια, η πλειονότητα των πόρων αφορά χρηματοοικονομικά εργαλεία, κυρίως μέσω της παροχής δανείων από το τραπεζικό σύστημα.
Η σημασία του Ταμείου Ανάκαμψης για την ελληνική οικονομία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι αντιστοιχούν σε σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ, επισημαίνει η Eurobank. Δεδομένου του αυστηρού χρονοδιαγράμματος υλοποίησης έως τις 31 Αυγούστου 2026, κρίνεται αναγκαία η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων ώστε να μεγιστοποιηθεί η απορρόφηση των διαθέσιμων κονδυλίων. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η ταχύτητα αλλά και η ποιότητα της αξιοποίησης των πόρων, οι οποίοι θα πρέπει να συνεχίσουν να κατευθύνονται σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη μακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Τι δείχνουν οι αριθμοί
Η Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ 7 είναι αναλογικά ο μεγαλύτερος δικαιούχος πόρων από το ΤΑΑ, καθώς αυτοί αντιστοιχούν στο 16,0% του ΑΕΠ της το έτος 2023 (ΕΕ-27: 3,7%), και ανέρχονται σε €35,95 δισ., εκ των οποίων €18,22 δισ. επιχορηγήσεις και €17,73 δισ. δάνεια. Η παραπάνω εικόνα δεν διαφοροποιείται, τόσο στην περίπτωση των επιχορηγήσεων (Ελλάδα: 8,1% του ΑΕΠ, μέσος όρος ΕΕ-27: 2,1%) όσο και των δανείων (Ελλάδα: 7,9% του ΑΕΠ, μέσος όρος ΕΕ-27: 1,6%). Σχετικά με τις εκταμιεύσεις, μέχρι και τις 7/1/2026, είχαν εκταμιευθεί προς την Ελλάδα συνολικά €23,44 δισ., δηλαδή το 65,1% των συνολικών πόρων, εκ των οποίων €12,04 δισ. αφορούσαν επιχορηγήσεις (το 66,1% του συνολικού ποσού αυτών) και €11,4 δισ. δάνεια (το 64,1% του συνολικού ποσού αυτών), κατατάσσοντας την Ελλάδα στην 9η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 (61,8%).
Επίτευξη οροσήμων και στόχων
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με ημερομηνία 7/1/2026 – η Ελλάδα έχει εκπληρώσει συνολικά 178 εκ των 382 οροσήμων, δηλαδή το 46,6%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για το μέσο όρο της ΕΕ διαμορφώνεται σε 48,8% ενώ σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ κατατάσσεται στην 17η θέση. Σημειώνεται ότι στο τέλος του 2023 τόσο στις εκταμιεύσεις πόρων (ως ποσοστό των συνολικών πόρων) όσο και στο ποσοστό εκπλήρωσης οροσήμων/στόχων η Ελλάδα καταλάμβανε υψηλότερες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών (5η και 11η αντίστοιχα) στις σχετικές κατατάξεις. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι τα εναπομείναντα ορόσημα/στόχοι είναι πιο απαιτητικά καθώς αφορούν περισσότερο την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων (π.χ. ολοκλήρωση μεγάλων έργων υποδομής, πλήρης ολοκλήρωση κτηματολογίου, εγκατάσταση δυναμικότητας παραγωγής ανανεώσιμου υδρογόνου) έναντι προκηρύξεων διαγωνισμών, έναρξης δράσεων, ψήφισης νόμων κ.λπ. που απαιτούσαν τα προγενέστερα ορόσημα/στόχοι, τονίζει η Eurobank.


Εξάλλου η Ελλάδα – όπως και αρκετές χώρες της ΕΕ-27 – στους πυλώνες εν συνόλω αλλά και σε 5 από τους 6 επιμέρους πυλώνες έχει εκπληρώσει λιγότερα από τα μισά ορόσημα/στόχους. Στον πυλώνα «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» έχει εκπληρώσει πάνω από το 50% των ορόσημων/στόχων (55,9%) ενώ στους πυλώνες «Πράσινη μετάβαση» και «Υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα» το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται κοντά στο 50% (48,2% και 47,4%, αντίστοιχα). Οι συχνότερες αιτίες για τις καθυστερήσεις στην εκπλήρωση οροσήμων/στόχων και κατά συνέπεια στην απορρόφηση των πόρων του ΤΑΑ τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-27 σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι μεταξύ άλλων οι μεταβολές στις εξωτερικές συνθήκες (π.χ. αύξηση του πληθωρισμού και ελλείψεις εφοδιασμού, αλλαγές στις πολιτικές συνθήκες στο κράτος μέλος όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις), η υποεκτίμηση του χρόνου που απαιτείται για την υλοποίησή τους (λόγω των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις), ζητήματα που σχετίζονται με τη διοικητική ικανότητα και την πολυπλοκότητα των κανόνων σε εθνικό επίπεδο κ.ά. Σημειώνεται ότι στο σύνολο των πυλώνων, 14 από τις 27 χώρες (Γαλλία, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Ιταλία, Ιρλανδία, Δανία, Μάλτα, Κροατία, Εσθονία, Τσεχία, Γερμανία, Σουηδία, Πορτογαλία, Σλοβενία) έχουν ολοκληρώσει πάνω από το 50% των οροσήμων/στόχων.
Επιπλέον, στους πυλώνες «Πράσινη μετάβαση», «Κοινωνική και εδαφική συνοχή» και «Πολιτικές για την επόμενη γενιά» μόλις 10, 12 και 12 χώρες αντίστοιχα έχουν ποσοστό εκπλήρωσης οροσήμων/στόχων άνω του 50%. Καλύτερη είναι η εικόνα στους πυλώνες «Ψηφιακός μετασχηματισμός» και «Έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» όπου 14 και 15 χώρες αντίστοιχα έχουν ποσοστό εκπλήρωσης στόχων/οροσήμων άνω του 50%. Τέλος, στον πυλώνα «Υγεία, οικονομική, κοινωνική, θεσμική ανθεκτικότητα» παρουσιάζεται ο μεγαλύτερος αριθμός χωρών (20 από τις 27) που έχουν εκπληρώσει πάνω από τα μισά ορόσημα/στόχους.
Πορεία υλοποίησης την περίοδο 2021-2024
Σε ό,τι αφορά την πορεία υλοποίησης του ΤΑΑ, ξεκινώντας από τις εκταμιεύσεις πόρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς την Ελλάδα, η Eurobank διαπιστώνει ότι στο σκέλος των δανείων σωρευτικά την υπό εξέταση περίοδο είχαν εκταμιευθεί €9,62 δισ. ή το 54,3% των συνολικών πόρων που έχουν εγκριθεί προς την Ελλάδα (€17,73 δισ.). Στο σκέλος των επιχορηγήσεων είχαν εκταμιευθεί €8,59 δισ. ή το 47,2% των συνολικών πόρων (€18,22 δισ.). Επισημαίνεται πως με εξαίρεση το 2021 οι εκταμιεύσεις δανείων είναι υψηλότερες από τις εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων. Συγκριτικά με την ΕΕ-27 η Ελλάδα έχει καλύτερες επιδόσεις στην εκταμίευση δανειακών πόρων. Το ετήσιο ποσοστό εκταμιεύσεων δανείων αλλά και το σωρευτικό τους ποσοστό την περίοδο 2021-2024 είναι υψηλότερο στην Ελλάδα συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ-27 με το τελευταίο να διαμορφώνεται σε 54,3% (μ.ο. ΕΕ-27: 37,4%) το 2024. Στο σκέλος των επιχορηγήσεων η καμπύλη που δείχνει την εξέλιξη του σωρευτικού ποσού εκταμιεύσεων της Ελλάδας συμπίπτει στο μεγαλύτερο μέρος της με την αντίστοιχη του μ.ο. της ΕΕ-27 αν και το έτος 2024 οι δύο καμπύλες αποκλίνουν (ΕΕ-27: 54,9%, Ελλάδα: 47,2%).

Στη χρήση των πόρων του ΤΑΑ από την Ελλάδα και τα κράτη μέλη της ΕΕ-27, προκύπτει καταρχάς ότι στο σύνολο της ΕΕ-27 από τα €650 δισ. είχαν χρησιμοποιηθεί €208,2 δισ. δηλαδή το 32,0% των συνολικών πόρων. Από το συνολικό ποσό των επιχορηγήσεων ύψους €359 δισ. είχαν χρησιμοποιηθεί €166,9 δισ. (46,4% των εγκεκριμένων πόρων) και από το συνολικό ποσό των δανείων ύψους €291 δισ. είχαν χρησιμοποιηθεί €41,4 δισ. (14,2%) αντίστοιχα. Στην Ελλάδα από τα €36,0 δισ. των εγκεκριμένων πόρων την περίοδο 2020-2024 είχαν χρησιμοποιηθεί τα €7,75 δισ. δηλαδή το 21,6%.
Στο σκέλος των δανείων είχε κατευθυνθεί προς τους τελικούς δικαιούχους το 14,9% των εγκεκριμένων πόρων (€2,64 δισ. από τα €17,7 δισ. – 5η θέση ανάμεσα στις συνολικά 11 χώρες που έχουν χρησιμοποιήσει πόρους από το σκέλος των δανείων) και στο σκέλος των επιχορηγήσεων το 28,0% των διαθέσιμων πόρων (€5,1 δισ. από τα €18,2 δισ. – 19η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες που έχουν χρησιμοποιήσει πόρους από το σκέλος των επιχορηγήσεων). Κατά συνέπεια, η Ελλάδα επιτυγχάνει οριακά καλύτερη επίδοση συγκριτικά με το μ.ο. της ΕΕ-27 στο ποσοστό χρήσης δανειακών πόρων (14,9% έναντι 14,2%) αλλά στο σκέλος των επιχορηγήσεων επιτυγχάνει σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό χρήσης (28,0% έναντι 46,4%).

Η εικόνα διαφοροποιείται αν ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των ετήσιων ποσοστών χρήσης δανείων και επιχορηγήσεων ως προς το σύνολο των αντίστοιχων διαθέσιμων πόρων. Σε αυτή την περίπτωση τόσο στο σκέλος των δανείων όσο και των επιχορηγήσεων η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά το ποσοστό της το οποίο την τελευταία διετία είναι υψηλότερο από αυτό του μ.ο. της ΕΕ-27 (το 2024 στην περίπτωση των επιχορηγήσεων και από το 2023 στην περίπτωση των δανείων).

Στο σύνολο της ΕΕ-27 και στο σκέλος των επιχορηγήσεων από τα €166,9 δισ. που έχουν χρησιμοποιηθεί, το 50,2% (€83,8 δισ.) αφορά σε κεφαλαιακές μεταβιβάσεις (capital transfers), το 20,8% (€34,7 δισ.) κατευθύνθηκε σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (gross fixed capital formation), το 28% (€46,7 δισ.) σχετίζεται με τρέχουσες δαπάνες (current expenditure) και το υπόλοιπο 1,0% (€1,7 δισ.) αφορά λοιπά κόστη. Στην Ελλάδα το 82,9% (€4,23 δισ.) αφορά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, το 11,8% (€604 εκατ.) τρέχουσες δαπάνες και το υπόλοιπο 5,2% (€267 εκατ.) επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Επομένως στην Ελλάδα το 88,2% των πόρων του ΤΑΑ που αφορούν επιχορηγήσεις κατευθύνεται σε κεφαλαιουχικές δαπάνες και είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της ΕΕ-27 (71,0%) και το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των χωρών-μελών της.

Στο σκέλος των δανείων, στο σύνολο της ΕΕ-27 το 62,6% (€25,9 δισ.) αφορά επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, το 18,1% (€7,5 δισ.) κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, το 12,4% (€5,1 δισ.) άλλα κόστη και το υπόλοιπο 6,9% (€2,9 δισ.) τρέχουσες δαπάνες. Στην Ελλάδα η συντριπτική πλειοψηφία των πόρων (96,4% ή €2,55 δισ.) κατευθύνθηκε σε άλλα στοιχεία κόστους που δεν καταγράφονται ως έξοδα, δηλαδή στοιχείων κόστους που δεν λογίζονται ως δαπάνες όπως η απόκτηση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (π.χ. παροχή δανείων, εισφορές μετοχικού κεφαλαίου) και προφανώς αφορά την παροχή δανείων του ΤΑΑ μέσω του τραπεζικού συστήματος. Το υπόλοιπο 3,6% αφορά τρέχουσες δαπάνες.




















