Στη βαθμίδα «BBB/A-2», με σταθερές προοπτικές, διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας η S&P Global Ratings, επιβεβαιώνοντας τη βελτίωση της οικονομικής θέσης της χώρας.
Η απόφαση αποτυπώνει, ωστόσο, και τα όρια της προόδου: οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και η υποχώρηση του χρέους συνυπάρχουν με επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες, οι οποίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν το ελληνικό αξιόχρεο.
Το βασικό μήνυμα της αξιολόγησης είναι ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συνέχεια. Για την επόμενη αναβάθμιση, όμως, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα της οικονομίας να περιορίσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές και να ενισχύσει την παραγωγική και εξαγωγική της βάση.
Πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% το 2026
Η S&P προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ για το 2026, έναντι αρχικού κυβερνητικού στόχου 2,8%, και συνολικό πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ. Η υπεραπόδοση συνδέεται με την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, τη μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Θετικά αξιολογείται ότι το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται παρά την αύξηση των επενδυτικών δαπανών. Για την περίοδο 2027-2029, ο οίκος εκτιμά ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,2% του ΑΕΠ, επιτρέποντας τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους και τη χρηματοδότηση παρεμβάσεων υπέρ των εισοδημάτων και των δημόσιων επενδύσεων.
Υποχωρεί το καθαρό χρέος
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της έκθεσης, το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης θα περιοριστεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 και στο 107% έως το 2029. Πρόκειται για το χρέος μετά την αφαίρεση των ρευστών διαθεσίμων και όχι για τον συνήθως αναφερόμενο δείκτη ακαθάριστου δημόσιου χρέους.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ελλάδα διατηρεί σημαντικό ταμειακό απόθεμα. Παράλληλα, η μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής, περίπου 18,3 έτη, και το χαμηλό μέσο κόστος εξυπηρέτησης, στο 1,9% μετά τις πράξεις αντιστάθμισης επιτοκιακού κινδύνου, περιορίζουν την έκθεση του Δημοσίου στις διακυμάνσεις των αγορών.
Επενδύσεις και τουρισμός κρατούν την ανάπτυξη
Ο οίκος αναμένει μέση ετήσια ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2027-2029, με βασικά στηρίγματα τις επενδύσεις, τον τουρισμό και τη βελτίωση της απασχόλησης.
Η ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης δεν συνεπάγεται, κατά την εκτίμησή του, άμεση διακοπή της επενδυτικής δυναμικής. Δαπάνες για χρηματοδοτούμενα έργα αναμένεται να συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια, ενώ πρόσθετη στήριξη μπορούν να προσφέρουν άλλοι ευρωπαϊκοί πόροι και η αύξηση της εθνικής χρηματοδότησης. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι οι επενδύσεις αυτές να μεταφραστούν σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και σε περισσότερες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, ώστε η ανάπτυξη να αποκτήσει ισχυρότερα εγχώρια θεμέλια.
Το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει αδυναμία
Η μεγαλύτερη επιφύλαξη αφορά την εξωτερική θέση της χώρας. Η S&P προβλέπει διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025, πριν από σταδιακή αποκλιμάκωση στο 4,5% έως το 2029.
Οι αυξημένες εισαγωγές αντανακλούν εν μέρει την επενδυτική δραστηριότητα, αλλά και βαθύτερες αδυναμίες, όπως η ενεργειακή εξάρτηση και η περιορισμένη ανταγωνιστικότητα σε τμήματα της παραγωγής. Σε συνδυασμό με το υψηλό εξωτερικό χρέος, δημιουργούν σημαντικές ανάγκες χρηματοδότησης από το εξωτερικό. Η ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση αυτών των μεγεθών θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για αναβάθμιση. Αντίθετα, σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων θα αποτελούσε λόγο υποβάθμισης.
Στο βάθος παραμένουν οι πιέσεις από τη γήρανση του πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή. Η αξιολόγηση αναγνωρίζει μια οικονομία με μεγαλύτερες αντοχές, αλλά υπογραμμίζει ότι η επόμενη φάση απαιτεί συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των επενδυτικών πόρων. Η δημοσιονομική πρόοδος χρειάζεται πλέον να συνοδευτεί από μια παραγωγική οικονομία που θα στηρίζει σταθερά τα εισοδήματα και θα περιορίζει τις εξωτερικές εξαρτήσεις.


















