Το μεγαλύτερο ψηφιακό ανταλλακτήριο παγκοσμίως, Binance, προχώρησε σε καθοριστική κίνηση για την ευρωπαϊκή της στρατηγική, επιλέγοντας την Ελλάδα ως έδρα για τις δραστηριότητές της στην γηραιά ήπειρο. Η εταιρεία υπέβαλε επίσημη αίτηση αδειοδότησης στην Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (ΕΚ) στο πλαίσιο του νέου Κανονισμού της ΕΕ για τα Κρυπτο-Περιουσιακά Στοιχεία (Markets in Crypto-Assets – MiCA).
Η δομή στην Ελλάδα
Για την υποστήριξη αυτής της προσέγγισης, η Binance έχει ήδη συστήσει στην Ελλάδα την εταιρεία “Binary Greece” με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ. Σύμφωνα με το καταστατικό της, η νέα οντότητα θα δραστηριοποιηθεί στον τομέα της απόκτησης και διαχείρισης συμμετοχών, καθώς και στην παροχή χρηματοοικονομικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών στην ευρύτερη περιοχή.
Η ηγεσία της νέας εταιρείας έχει ανατεθεί στην Gillian Majella Lynch, ανώτερο στέλεχος με εμπειρία στον τραπεζικό τομέα, το fintech και τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Η Lynch εντάχθηκε στην Binance στα μέσα του 2025 ως επικεφαλής Ευρώπης και Ηνωμένου Βασιλείου.
Διαδικασία αδειοδότησης
Η αίτηση εξετάζεται ήδη μέσω ταχείας διαδικασίας (fast-track) που έχει ενεργοποιήσει η ΕΚ, με τη συμβολή πέντε διεθνών συμβουλευτικών οίκων, μεταξύ των οποίων οι PwC, Deloitte και KPMG, προκειμένου να υποστηριχθεί η διαδικασία αξιολόγησης και αδειοδότησης.
Σχολιάζοντας την επιλογή της Ελλάδας, ο εκπρόσωπος του ανταλλακτηρίου σημείωσε ότι η χώρα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή οικονομία, τονίζοντας ότι η οικονομία της Ελλάδας αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ΕΕ και λειτουργεί σε ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που η Binance θεωρεί απαραίτητο.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια νέα στρατηγική της Binance να επανατοποθετηθεί δυναμικά σε μεγάλες και αυστηρά ρυθμιζόμενες αγορές. Αυτό έρχεται μετά από μια περίοδο αυξημένων ρυθμιστικών προκλήσεων, όπου η εταιρεία διευθέτησε με αμερικανικές αρχές πρόστιμο ύψους 4,3 δισ. δολαρίων και αποχώρησε από ορισμένες άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Richard Teng, έχει τονίσει δημοσίως ότι η συμμόρφωση με το ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί πλέον την κεντρική προτεραιότητα, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο για έναν μελλοντικό επανεισόδου της εταιρείας στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών.



















