Πριν από δεκαπέντε χρόνια το ερώτημα ήταν αν θα επιβιώσουν. Πριν από δέκα αν θα σταθεροποιηθούν. Πριν από πέντε αν θα ανακάμψουν. Σήμερα τα μεγέθη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, παραπέμπουν πλέον σε κανονικότητα ευρωπαϊκών προδιαγραφών, αφήνοντας οριστικά πίσω του την πολυετή περίοδο της κρίσης και της εξυγίανσης.
Αυτό ήταν το κοινό μήνυμα που εξέπεμψαν από το βήμα της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και ο Πρόεδρος της ΕΕΤ Γιώργος Ζανιάς.
Κοινός παρονομαστής των τριών παρεμβάσεων: η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τη χώρα, η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων και οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον λειτουργίας. Ένα σύστημα που, όπως ειπώθηκε, είναι πλέον υγιές, κεφαλαιακά ισχυρό, με ρευστότητα και κερδοφορία. Η πρόκληση πλέον δεν είναι η σταθερότητα, αλλά το πώς αυτή η ισχύς θα μεταφραστεί σε χρηματοδότηση της ανάπτυξης, σε συγχωνεύσεις και εξαγορές, σε εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Πιερρακάκης, «η μακροπρόθεσμη αξία μιας τράπεζας κρίνεται από την οικονομία που χρηματοδοτεί».
Η μεγάλη εξυγίανση: Από το 45% στο 3,4%
Ο πιο εντυπωσιακός δείκτης της αναστροφής είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Από το 45% στο αποκορύφωμα της κρίσης, ο δείκτης NPEs έχει υποχωρήσει στο 3,4%, ουσιαστικά στα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Ταυτόχρονα, η αγορά επιβραβεύει την πορεία. Η χρηματιστηριακή αξία του κλάδου, που είχε βυθιστεί κάτω από το 1 δισ. ευρώ, ξεπερνά σήμερα τα 50 δισ. ευρώ. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αξιολογούνται πλέον με BBB+, μόλις μία βαθμίδα κάτω από την κατηγορία Α, ενώ οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας παραμένουν σταθερά πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις.
Η επιστροφή της πίστης: €16 δισ. νέες χορηγήσεις και διπλάσια επέκταση από την Ευρωζώνη
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά καμπής για την πιστωτική επέκταση. Οι νέες χορηγήσεις ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ, με δυναμική που συνεχίζεται και το 2026.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, η συνολική πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 8% το 2025, όταν στην Ευρωζώνη περιορίστηκε στο 3%. Ειδικά για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ο ρυθμός έφτασε περίπου το 12% το 2025 και τον Μάιο του 2026 διαμορφώνεται στο 9,8% – ρυθμός σχεδόν διπλάσιος από το ονομαστικό ΑΕΠ και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ένα χρόνο νωρίτερα, τον Μάιο του 2025, είχε αγγίξει το εντυπωσιακό 17,4%.
Η ζήτηση παραμένει ισχυρή και στα νοικοκυριά, με την καταναλωτική και στεγαστική πίστη να ενισχύονται από τη βελτίωση της αγοράς εργασίας και την άνοδο της κατανάλωσης.
Εδώ εντοπίζεται και το μεγαλύτερο περιθώριο. Σήμερα για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν περίπου 70 ευρώ, ενώ στην υπόλοιπη Ευρωζώνη η αναλογία είναι σχεδόν 100 προς 100. Όπως σημείωσε ο Υπουργός, αυτό δείχνει τεράστιο χώρο για περαιτέρω χρηματοδότηση.
Επιτόκια και προμήθειες: Η σύγκλιση με την Ευρώπη
Απαντώντας στην κριτική για το κόστος χρήματος, ο κ. Ζανιάς επικαλέστηκε τα στοιχεία του SSM για το α’ τρίμηνο του 2026. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 2,7%, ίδιο με την Ισπανία και την Πορτογαλία (2,6%) και πολύ κοντά στην Αυστρία (2,5%). Χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία εμφανίζουν μεν μικρότερα περιθώρια, αλλά με πολύ υψηλότερα έσοδα από προμήθειες, που ξεπερνούν το 1/3 των συνολικών εσόδων.
Αντίθετα, στην Ελλάδα τα έσοδα από προμήθειες ως ποσοστό των συνολικών εσόδων είναι μόλις 20,73%, έναντι 29,46% στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, λόγω του έντονου ανταγωνισμού, τα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα βρίσκονται πλέον στα χαμηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης, με τον σύνθετο δείκτη κόστους δανεισμού νοικοκυριών να είναι καλύτερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Κεφαλαιακή θωράκιση και πράσινη μετάβαση
Η ενίσχυση των κεφαλαίων συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς. Το 2025 εκδόθηκαν τίτλοι Additional Tier 1 ύψους 2,7 δισ. ευρώ και ομόλογα Tier 2 ύψους 0,9 δισ. ευρώ. Από τις αρχές του 2026 έως σήμερα, οι εκδόσεις διαμορφώνονται σε 0,7 δισ. και 0,4 δισ. ευρώ αντίστοιχα.
Επιπλέον, οι σημαντικές τράπεζες προχώρησαν σε εκδόσεις senior preferred ομολόγων ύψους 3,1 δισ. ευρώ για σκοπούς MREL και σε πράσινα ομόλογα 1,2 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων.
Η επόμενη μέρα: AI, IRIS και κοινωνικό αποτύπωμα
Η συζήτηση πλέον δεν αφορά την ανθεκτικότητα αλλά τον μετασχηματισμό. Όπως υπογράμμισαν και οι τρεις ομιλητές, οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε τεχνολογία και η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν προτεραιότητα. Το σύστημα άμεσων πληρωμών IRIS αναφέρθηκε από τον κ. Πιερρακάκη ως παράδειγμα ελληνικής καινοτομίας που μπορεί να γεννήσει νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πέρα από τον παραδοσιακό δανεισμό με εξασφαλίσεις.
Κρίσιμο είναι και το κοινωνικό αποτύπωμα: από το 2019 έως σήμερα οι δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης των τραπεζών ξεπερνούν τα 900 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή των τεσσάρων συστημικών στο πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» για την ανακαίνιση δημόσιων σχολείων να φτάνει τα 400 εκατ. ευρώ.
Όπως κατέληξε ο Υπουργός: «Ο ρόλος που αξίζει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν είναι του ωφελημένου της ανάκαμψης. Είναι του αρχιτέκτονα της επόμενης φάσης».


















