Με αρνητικό πρόσημο και μάλιστα διευρυμένο κινήθηκε η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών στο ξεκίνημα του 2026. Τα προσωρινά στοιχεία για τους τριμηνιαίους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι οικογένειες συνέχισαν να καταναλώνουν περισσότερο από όσο εισπράττουν.
Συγκεκριμένα, οι πόροι που είχαν στη διάθεσή τους τα νοικοκυριά και τα ΜΚΙΕΝ διαμορφώθηκαν στα 39,13 δισ. ευρώ έναντι 37,92 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η άνοδος είναι 3,2%, ποσοστό που σε πραγματικούς όρους σχεδόν μηδενίζεται λόγω ακρίβειας.
Την ίδια ώρα, οι αγορές για αγαθά και υπηρεσίες εκτινάχθηκαν στα 40,4 δισ. ευρώ από 38,6 δισ. πέρυσι, ενισχυμένες κατά 4,7%. Η διαφορά των 1,3 δισ. ευρώ ανάμεσα σε αυτά που μπήκαν και σε αυτά που βγήκαν από το ταμείο καλύφθηκε από «μαξιλάρι» προηγούμενων ετών ή από πιστώσεις. Έτσι, ο δείκτης αποταμίευσης υποχώρησε στο -3,3% από -1,8% πριν από 12 μήνες. Η επιδείνωση κατά 1,5 μονάδα είναι η μεγαλύτερη των τελευταίων τριμήνων και αποδεικνύει ότι το μοντέλο κατανάλωσης χωρίς αποταμίευση παγιώνεται.
Από πού ήρθαν και πού χάθηκαν τα εισοδήματα
Η εικόνα φωτίζεται αν δει κανείς τη σύνθεση. Τα πρωτογενή εισοδήματα – μισθοί, επιχειρηματικά κέρδη, τόκοι – αυξήθηκαν κατά 3,8% και έφτασαν τα 40,34 δισ. ευρώ. Παράλληλα, το κράτος στήριξε μέσω κοινωνικών παροχών που ανήλθαν σε 10,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,5%, με ρυθμό υψηλότερο από τις εισφορές που κατέβαλαν τα νοικοκυριά, οι οποίες αυξήθηκαν 3,6% στα 8,1 δισ. ευρώ.
Τον λογαριασμό βάρυναν οι φόροι. Οι άμεσοι φόροι εισοδήματος και περιουσίας ενισχύθηκαν 3,3% στα 3,73 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο πλήγμα όμως ήρθε από τους λοιπούς τρέχοντες πόρους – ενοίκια, αποζημιώσεις και άλλα έκτακτα έσοδα – που κατέρρευσαν κατά 36%, από 1,15 δισ. σε μόλις 737 εκατ. ευρώ, στερώντας από τα νοικοκυριά πάνω από 400 εκατ. ευρώ.
Τι δείχνει η μακροεικόνα
Η πίεση στα νοικοκυριά αντανακλάται και στο σύνολο της οικονομίας. Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών βελτιώθηκε, με το έλλειμμα να συρρικνώνεται στα 6,73 δισ. από 7,61 δισ. ευρώ, όμως η χώρα χρειάστηκε περισσότερα κεφάλαια από το εξωτερικό. Η καθαρή λήψη δανείων διαμορφώθηκε στα 5,42 δισ. από 4,32 δισ. πέρυσι, καθώς το πλεόνασμα από πρωτογενή εισοδήματα και τρέχουσες μεταβιβάσεις έπεσε απότομα στα 1,31 δισ. από 3,30 δισ. ευρώ.
Στον αντίποδα, υπάρχει μια θετική ένδειξη: οι επιχειρήσεις εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα επένδυσαν 4,88 δισ. σε πάγιο κεφάλαιο, ανεβάζοντας τον δείκτη επενδύσεων προς προστιθέμενη αξία στο 26,2% από 25,4%. Αντίθετα, η Γενική Κυβέρνηση αύξησε τον δανεισμό της στο 1,29 δισ. από 0,79 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2025.


















