Η ελληνική οικονομία διατηρεί την αναπτυξιακή της δυναμική, παρά το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον και τις πιέσεις που προκαλεί η νέα ενεργειακή αναταραχή. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο κατέγραψε άνοδο 0,3%.
Η επίδοση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς έρχεται μετά την ανάπτυξη περίπου 2% του πρώτου τριμήνου, διαμορφώνοντας τον μέσο ρυθμό του πρώτου εξαμήνου κοντά στο 1,95%. Η οικονομία βρίσκεται, επομένως, σε τροχιά συμβατή με ανάπτυξη κοντά στο 2%, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.
Οι επενδύσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του βασικού κινητήρα
Το ισχυρότερο στοιχείο των νέων δεδομένων βρίσκεται στις επενδύσεις. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 6,1% σε ετήσια βάση και κατά 2,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας ότι η επενδυτική δραστηριότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα της οικονομίας.
Η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,3% σε ετήσια βάση και κατά 0,2% σε τριμηνιαία, εμφανίζοντας θετική αλλά σαφώς ηπιότερη δυναμική.
Θετική ήταν και η εικόνα των εξαγωγών, με συνολική αύξηση 2,2%. Ιδιαίτερα ισχυρές ήταν οι εξαγωγές αγαθών, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 6,6%, ενώ αντίθετα οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 1,7%, αποτυπώνοντας μεταξύ άλλων την πιο συγκρατημένη εικόνα που εμφάνισε ο τουρισμός στο πρώτο μέρος της θερινής περιόδου.
Ένα σημείο που απαιτεί προσοχή είναι οι εισαγωγές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 3,7%, ταχύτερα δηλαδή από τις εξαγωγές. Η εξέλιξη υπενθυμίζει ότι το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει μία από τις βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Το δεύτερο εξάμηνο θα κρίνει το τελικό αποτέλεσμα
Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά την πορεία του δεύτερου εξαμήνου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ προβλέπουν ανάπτυξη 1,8% για το σύνολο του 2026, ενώ ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται ελαφρώς πιο αισιόδοξος, τοποθετώντας την ανάπτυξη στο 1,9%.
Ωστόσο, υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να διατηρήσουν την οικονομία κοντά στο όριο του 2%. Πρώτος είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Τόσο η Κομισιόν όσο και το ΔΝΤ θεωρούν ότι οι επενδύσεις και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων θα συνεχίσουν να στηρίζουν ουσιαστικά την οικονομική δραστηριότητα.
Δεύτερος παράγοντας είναι ο τουρισμός. Μετά την κόπωση που καταγράφηκε στο πρώτο μισό του έτους, η πορεία της θερινής περιόδου και κυρίως η δυνατότητα παράτασης της σεζόν μπορούν να ενισχύσουν τόσο τις εξαγωγές υπηρεσιών όσο και την ιδιωτική κατανάλωση.
Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν επίσης η περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας –η οποία διαμορφώθηκε στο 7,9% τον Ιούλιο–, τα αυξημένα εισοδήματα και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης. Την ίδια στιγμή, όμως, η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο εξωτερικό κίνδυνο, καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας μπορούν να συμπιέσουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Η εικόνα του πρώτου εξαμήνου δείχνει, πάντως, μια οικονομία με αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το 1,9% του δεύτερου τριμήνου δεν αποτελεί εντυπωσιακή επιτάχυνση, αποτελεί όμως μια ισχυρή βάση, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από αύξηση των επενδύσεων άνω του 6%.
Το στοίχημα για το υπόλοιπο του 2026 είναι αυτή η επενδυτική δυναμική να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα, περισσότερες εξαγωγές και ισχυρότερα πραγματικά εισοδήματα. Εάν αυτό συμβεί και δεν υπάρξει νέα σοβαρή εξωτερική διαταραχή, η ελληνική οικονομία έχει τις προϋποθέσεις να ολοκληρώσει τη χρονιά κοντά στο 2%, ενδεχομένως και ελαφρώς υψηλότερα από τις πιο συντηρητικές διεθνείς προβλέψεις.


















