Στη δεύτερη θέση μεταξύ 17 προηγμένων οικονομιών κατατάσσεται η Ελλάδα ως προς την αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο 2019–2026, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, η οποία αξιοποιεί στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Η ελληνική οικονομία εμφανίζει σωρευτική αύξηση σχεδόν 16%, υπολειπόμενη μόνο της Νότιας Κορέας και ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά όταν η σύγκριση αφορά τη συνολική οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτή την κατάταξη, η Ελλάδα υποχωρεί στην έβδομη θέση, με αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κοντά στο 13%, ενώ οι ΗΠΑ καταλαμβάνουν την πρώτη θέση με ανάπτυξη άνω του 18%.
Η απόκλιση των δύο κατατάξεων αποτελεί το κεντρικό εύρημα της ανάλυσης, καθώς αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι δημογραφικές μεταβολές επηρεάζουν την αποτύπωση των οικονομικών επιδόσεων.
Οι διεθνείς συγκρίσεις και η ελληνική επίδοση
Στην κατάταξη του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Νότια Κορέα προηγείται με αύξηση περίπου 16%, ενώ η Ελλάδα ακολουθεί με αντίστοιχη επίδοση. Οι ΗΠΑ βρίσκονται στην τρίτη θέση, με αύξηση περίπου 13%.
Την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν η Πορτογαλία και η Ιταλία, με επιδόσεις κοντά στο 9%. Ακολουθούν η Ισπανία, η Ελβετία και η Ιαπωνία. Στον αντίποδα, η Γερμανία καταγράφει αύξηση μικρότερη του 1%, ενώ χαμηλές επιδόσεις εμφανίζουν η Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η Αυστραλία και ο Καναδάς. Η πρώτη κατατάσσεται τρίτη στη συνολική αύξηση του ΑΕΠ, αλλά μόλις δωδέκατη στην κατά κεφαλήν ανάπτυξη. Αντίστοιχα, ο Καναδάς υποχωρεί από την έκτη στη δέκατη τέταρτη θέση.
Οι μεταβολές αυτές συνδέονται με τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού, κυρίως μέσω της μετανάστευσης. Η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού ενισχύει τη συνολική παραγωγή, χωρίς απαραίτητα να οδηγεί σε ανάλογη αύξηση της παραγωγής ανά κάτοικο.
Ο δημογραφικός παράγοντας και τα όρια της ανάπτυξης
Η Ελλάδα παρουσιάζει την αντίστροφη εικόνα. Η δημογραφική συρρίκνωση συμβάλλει στη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με το συνολικό οικονομικό προϊόν. Αυτό δεν αναιρεί την πραγματική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Υπογραμμίζει, όμως, ότι η δεύτερη θέση δεν ισοδυναμεί με αντίστοιχη κατάταξη στο επίπεδο ευημερίας.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρά την παραγωγή ανά κάτοικο, όχι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Δεν αποτυπώνει πλήρως την αγοραστική δύναμη, το κόστος ζωής, τις εισοδηματικές ανισότητες ή την εξέλιξη των πραγματικών μισθών. Επιπλέον, η υψηλή ποσοστιαία αύξηση αντανακλά εν μέρει τη χαμηλότερη αφετηρία της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η συρρίκνωση του πληθυσμού δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις. Περιορίζει τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού και αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος και της υγειονομικής περίθαλψης.
Για την Ελλάδα, επομένως, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων και της συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
Η κατάταξη των Financial Times επιβεβαιώνει την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει μια ουσιαστική πρόκληση: τη μετατροπή της αύξησης του ΑΕΠ ανά κάτοικο σε διατηρήσιμη βελτίωση των πραγματικών εισοδημάτων και του βιοτικού επιπέδου.


















