Πίστωση χρόνου εξασφάλισε η Γαλλία από τη Moody’s, η οποία διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας στη βαθμίδα Aa3, με αρνητικές προοπτικές. Η απόφαση της Παρασκευής 23 Οκτωβρίου προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην κυβέρνηση, καθώς οι αγορές ανέμεναν υποβάθμιση. Ωστόσο, οι δημοσιονομικές προκλήσεις παραμένουν, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα δυσκολεύει την προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.
Η Moody’s εξακολουθεί να αναγνωρίζει τη στήριξη που προσφέρουν στην πιστοληπτική θέση της Γαλλίας η διαφοροποιημένη οικονομία και οι ισχυροί δημόσιοι θεσμοί της. Παράλληλα, όμως, προειδοποιεί ότι ο κοινοβουλευτικός κατακερματισμός και οι κοινωνικές εντάσεις περιορίζουν τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Το αρνητικό outlook αποτυπώνει ακριβώς τον κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά να επιδεινωθούν περισσότερο από όσο προβλέπει σήμερα ο οίκος.
Ο προϋπολογισμός κρίνει την επόμενη ημέρα
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον ο προϋπολογισμός του 2027. Η διατήρηση της αξιολόγησης στηρίζεται στην παραδοχή ότι η Γαλλία θα εγκρίνει μέτρα περιορισμού του ελλείμματος και ότι οι κοινωνικές εντάσεις θα αποκλιμακωθούν σταδιακά. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ολοκληρώσει τη διαδικασία έως το τέλος του έτους, θέτοντας στόχο ελλείμματος 5% του ΑΕΠ, έναντι εκτίμησης 5,4% για το 2026.
Η Moody’s εμφανίζεται πιο επιφυλακτική: προβλέπει έλλειμμα 5,2% το 2027, καθώς αναμένει ασθενέστερη ανάπτυξη και δυσκολίες στην πλήρη εφαρμογή των περικοπών δαπανών. Η απόσταση από τον κυβερνητικό στόχο αναδεικνύει πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια αποκλίσεων. Χαμηλότερα φορολογικά έσοδα ή υποχωρήσεις στις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις μπορούν να καθυστερήσουν τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Το χρέος παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα
Η δυσκολότερη εξίσωση αφορά το δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με τον οίκο, αναμένεται να υπερβεί το 120% του ΑΕΠ το 2027 και να συνεχίσει να αυξάνεται έως το τέλος της δεκαετίας. Η προοπτική αυτή δείχνει ότι η σταδιακή μείωση του ελλείμματος, με τον αναμενόμενο ρυθμό, δεν επαρκεί για να σταθεροποιήσει σύντομα τον δείκτη χρέους.
Επομένως, η δημοσιονομική προσπάθεια θα χρειαστεί συνέχεια και μετά τις προεδρικές εκλογές του 2027. Οι κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες καθιστούν πολιτικά δυσκολότερες τις παρεμβάσεις. Για την κυβέρνηση, το ζητούμενο είναι να εξασφαλίσει ουσιαστική προσαρμογή, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική και κοινοβουλευτική στήριξη που απαιτεί η εφαρμογή της.
Οι αγορές ζητούν αποδείξεις
Η πίεση έχει ήδη αποτυπωθεί στην αγορά ομολόγων. Σύμφωνα με το Reuters, πριν από την ανακοίνωση η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς έφθασε στο 5,14%, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2002. Παράλληλα, το περιθώριο έναντι των γερμανικών τίτλων διευρύνθηκε σε υψηλό δεκαπενταετίας, καταγράφοντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στον γαλλικό κίνδυνο.
Η άνοδος των αποδόσεων σημαίνει ακριβότερο νέο δανεισμό και ακριβότερη αναχρηματοδότηση των τίτλων που λήγουν. Ωστόσο, η μέση διάρκεια του γαλλικού χρέους, περίπου 8,5 έτη, επιβραδύνει τη μεταφορά του υψηλότερου κόστους στο σύνολο των τόκων. Αυτό προσφέρει χρόνο προσαρμογής, χωρίς να εξαλείφει την πίεση εάν τα επιτόκια παραμείνουν αυξημένα.
Με την απόφασή της, η Moody’s διατηρεί τη Γαλλία μία βαθμίδα υψηλότερα από τις αντίστοιχες αξιολογήσεις A+ των S&P και Fitch. Το επόμενο προγραμματισμένο ορόσημο είναι η αξιολόγηση της S&P στις 27 Νοεμβρίου.
Για το Παρίσι, συνεπώς, η αποφυγή υποβάθμισης αποτελεί ευκαιρία να παρουσιάσει μετρήσιμα αποτελέσματα. Η αξιοπιστία της επόμενης περιόδου θα κριθεί στην έγκριση του προϋπολογισμού, στην εκτέλεσή του και στην ικανότητα περιορισμού των ελλειμμάτων. Η διατήρηση της βαθμίδας προσφέρει ένα χρονικό περιθώριο· η αξιοποίησή του απαιτεί αποφάσεις με διάρκεια.


















