Ανάπτυξη με αντοχές αλλά και αβεβαιότητες
Η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, διατηρώντας την πορεία πραγματικής σύγκλισης των εισοδημάτων, σύμφωνα με την Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για τη Νομισματική Πολιτική.
Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται στο 1,9% για το 2026 και το 2027, ενώ το 2028 προβλέπεται οριακή ενίσχυση στο 2,0%. Κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης θα παραμείνουν η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές, παρά το αυξημένο διεθνές ρίσκο. Η πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δημιουργεί ελπίδες για τερματισμό των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. Αν το σενάριο αυτό επαληθευτεί, η ΤτΕ βλέπει περιθώριο για ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας. Σε αυτή την περίπτωση, το ΑΕΠ θα μπορούσε να τρέξει με 2,0% το 2026 και 2,1% την επόμενη διετία, ενώ ο πληθωρισμός θα διαμορφωνόταν ελαφρώς χαμηλότερα, στο 3,7% το 2026, στο 2,5% το 2027 και στο 2,2% το 2028.
Πληθωρισμός: Η γεωπολιτική φρέναρε την αποκλιμάκωση
Η αναμενόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού που είχε ξεκινήσει στο τέλος του 2025, με το δείκτη να υποχωρεί στο 2,9% τον Δεκέμβριο, ανεκόπη απότομα τους πρώτους πέντε μήνες του 2026. Η κρίση στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας και επανέφερε ανοδικές πιέσεις. Ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 4,9% τον Μάιο από 3,1% τον Φεβρουάριο, επίπεδο που υπερβαίνει τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,2% τον ίδιο μήνα. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα έχει δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές των υπηρεσιών και των βιομηχανικών αγαθών.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, καθώς η παραγωγή, η αποθήκευση και η μεταφορά των προϊόντων επιβαρύνονται σημαντικά από το ενεργειακό κόστος. Στο βασικό σενάριο, ο ΕνΔΤΚ προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 3,8% το 2026 από 2,9% το 2025, για να υποχωρήσει σταδιακά σε 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασθενήσουν οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας και τροφίμων.
Τραπεζικός τομέας: Ισχυρή πιστωτική επέκταση με στήριξη από ΕΤΕπ-RRF
Τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων εμφάνισαν τάσεις σταθεροποίησης το δ’ τρίμηνο του 2025 και το πρώτο τετράμηνο του 2026, αντανακλώντας τη σταθερότητα των επιτοκίων της ΕΚΤ. Μετά την αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα κατά 10,4 δισ. ευρώ το 2025, το πρώτο τετράμηνο του 2026 καταγράφηκε σωρευτική υποχώρηση 3,6 δισ. ευρώ, με το απόθεμα να διαμορφώνεται στα 209,6 δισ. ευρώ τον Απρίλιο. Στο μέτωπο των χορηγήσεων, τα επιτόκια επιχειρηματικών δανείων παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα μετά την αποκλιμάκωση που είχε προηγηθεί.
Το μεσοσταθμικό επιτόκιο για το σύνολο των επιχειρηματικών δανείων διαμορφώθηκε σε 4,5% τον Απρίλιο, όσο και για τα δάνεια καθορισμένης διάρκειας. Ωστόσο, το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης είναι σημαντικά χαμηλότερο, καθώς δεν αποτυπώνεται πλήρως η επίδραση των προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των συγχρηματοδοτούμενων δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ΤτΕ εκτιμά ότι το ένα τρίτο των νέων επιχειρηματικών δανείων και το ένα τέταρτο των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέονται με αυτά τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Στα στεγαστικά, το μεσοσταθμικό επιτόκιο υποχώρησε ελαφρά σε 3,3% τον Απρίλιο.
Περίπου το 30% των νέων στεγαστικών δανείων στις αρχές του 2026 χορηγήθηκε μέσω των προγραμμάτων «Σπίτι μου ΙΙ» και «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», που παρέχουν άτοκη ή χαμηλότοκη χρηματοδότηση. Συνολικά, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ισχυρή κερδοφορία, υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η ποιότητα του ενεργητικού βελτιώθηκε περαιτέρω, μειώνοντας την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολόγηση BBB+, μία βαθμίδα κάτω από την κατηγορία Α.
Οι 5 μεγάλες προκλήσεις που παραμένουν
Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών και την αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίσιμες προκλήσεις. Η χαμηλή παραγωγικότητα και η αργή μεταβολή του παραγωγικού προτύπου περιορίζουν τη δυναμική της ανάπτυξης. Οι δημογραφικές πιέσεις και οι ελλείψεις σε δεξιότητες και εργατικό δυναμικό δυσκολεύουν την αγορά εργασίας, ενώ η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας και η χαμηλή αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών επιβαρύνουν την κοινωνική συνοχή. Ιδιαίτερα οξύ παραμένει το πρόβλημα της πρόσβασης σε προσιτή στέγη.
Ταυτόχρονα, η ενεργειακή εξάρτηση, το επίμονα υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και οι χρόνιες θεσμικές αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη συνθέτουν ένα απαιτητικό περιβάλλον. Ο πληθωρισμός, που κινείται σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα.
Τι ζητά η ΤτΕ: 8 άξονες πολιτικής
Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει ένα συνεκτικό πλέγμα μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων με στόχο τη μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό, εξωστρεφές, καινοτόμο, πράσινο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο. Βραχυπρόθεσμα, τονίζει την ανάγκη για συνετή οικονομική πολιτική που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την ΕΚΤ, χωρίς να ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Τυχόν μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και δημοσιονομικά βιώσιμα, με παράλληλη εντατικοποίηση των ελέγχων για τον υγιή ανταγωνισμό.
Μεσοπρόθεσμα, η ενίσχυση του ανταγωνισμού μέσω της άρσης κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων θεωρείται βασικό εργαλείο για τη συγκράτηση των τιμών. Κεντρική προτεραιότητα παραμένει η αύξηση της παραγωγικότητας. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, μείωση της γραφειοκρατίας, αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, σταθερό φορολογικό πλαίσιο και ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού. Η ΤτΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων.
Οι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς που ενισχύουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία και οι τεχνολογίες αιχμής. Καθοριστικές θεωρούνται οι επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, καινοτομία και τεχνητή νοημοσύνη. Για τη βελτίωση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, προτείνεται η περαιτέρω ανάπτυξη εργαλείων από την ΕΑΤ και τον Όμιλο ΕΤΕπ, η διεύρυνση της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και η συνέχιση της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Στην ενέργεια, προτεραιότητα αποτελεί η επιτάχυνση επενδύσεων σε ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα, μαζί με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Στην αγορά εργασίας, απαιτούνται πολιτικές για την αύξηση της συμμετοχής γυναικών, νέων και μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων, μέσω δομών παιδικής μέριμνας, ευέλικτων μορφών εργασίας και αναβάθμισης δεξιοτήτων. Για το στεγαστικό, η λύση περνά από την αύξηση της προσφοράς κατοικιών με ταχύτερες αδειοδοτήσεις, την αξιοποίηση αδρανών ακινήτων και την ανάπτυξη πολιτικών προσιτής και κοινωνικής στέγης.
Πολιτική σταθερότητα: Το «καύσιμο» της επόμενης ημέρας
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταλήγει ότι η χώρα εισέρχεται στην επόμενη περίοδο από σαφώς ισχυρότερη θέση. Η πρόοδος στην ανάπτυξη, τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την προσέλκυση επενδύσεων και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητη.
Καθοριστικός παράγοντας αυτής της πορείας υπήρξε η πολιτική σταθερότητα, η οποία επέτρεψε τη συνεπή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, ενίσχυσε την εμπιστοσύνη αγορών και επενδυτών και συνέβαλε στην αποτελεσματική διαχείριση διαδοχικών κρίσεων.
Η διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την πλήρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας στο νέο αναπτυξιακό πρότυπο που έχει ανάγκη.


















