Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, και ειδικότερα η στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, επαναφέρουν στο προσκήνιο τον γεωπολιτικό κίνδυνο.
Η αυξημένη ένταση έχει ήδη οδηγήσει σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ η απειλή κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ προκαλεί έντονη ανησυχία στις διεθνείς αγορές και τους επενδυτές, καθώς από αυτό το κρίσιμο πέρασμα διακινείται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ερώτηση που προκύπτει εύλογα είναι κατά πόσο η ελληνική οικονομία μπορεί να επιδείξει ανθεκτικότητα, διατηρώντας τη δυναμική της ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας.
Οι άμεσοι κίνδυνοι από την ενεργειακή αστάθεια
Οι ενεργειακές τιμές είναι το πρώτο και πιο προφανές κανάλι μετάδοσης των γεωπολιτικών εντάσεων στην ελληνική οικονομία. Η Optima Bank εκτιμά ότι κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι μπορεί να προκαλέσει μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 0,4%, ενώ ανάλογη αύξηση στην τιμή του φυσικού αερίου μπορεί να αφαιρέσει επιπλέον 0,3% από την ανάπτυξη. Με τις διεθνείς προβλέψεις να μιλούν για τιμή που θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και τα 110 -120 δολάρια το βαρέλι, οι επιπτώσεις δεν είναι καθόλου αμελητέες.
Παράλληλα, το ενδεχόμενο πληθωριστικής αναζωπύρωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, ειδικά αν οι υψηλές ενεργειακές τιμές διατηρηθούν σε βάθος χρόνου, πιέζοντας τα νοικοκυριά και επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων.
Θεμέλια ανθεκτικότητας στην ελληνική οικονομία
Παρά τις προκλήσεις, η ελληνική οικονομία εισέρχεται στην κρίση από θέση ισχύος. Τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας ανέρχονται περίπου στα 42 δισ. ευρώ, παρέχοντας ένα σημαντικό «μαξιλάρι» ασφαλείας. Επιπλέον, το 2024 η Ελλάδα επέστρεψε σε δημοσιονομικά πλεονάσματα, με το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης να διαμορφώνεται σε +1,3% του ΑΕΠ και το πρωτογενές πλεόνασμα να αγγίζει το 4,8%. Πρόκειται για επιδόσεις που ξεπερνούν κάθε προσδοκία και αποτελούν ιστορικό ορόσημο για τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Η πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού παραμένει εντός στόχων, με πρωτογενές πλεόνασμα 5,35 δισ. ευρώ στο πρώτο πεντάμηνο του 2025, αυξημένα φορολογικά έσοδα και συγκρατημένες δαπάνες. Αυτή η δημοσιονομική εικόνα ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές και διαμορφώνει ένα περιβάλλον σταθερότητας.
Επιπλέον, η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στην Ε.Ε. το προηγούμενο έτος, κατά 10,3 ποσοστιαίες μονάδες, περιορίζοντας το σε 153,6%. Αν και ο λόγος αυτός παραμένει υψηλός, η τάση αποκλιμάκωσης είναι θετική και λειτουργεί ενισχυτικά στη συνολική εικόνα.
Μεσοπρόθεσμες προοπτικές και αβεβαιότητες
Το θετικό αφήγημα για την ελληνική οικονομία παραμένει ζωντανό. Οι προβλέψεις για το 2025 τοποθετούν την Ελλάδα ανάμεσα στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρωζώνης, υπό την προϋπόθεση πως δεν θα υπάρξει γενικευμένη ενεργειακή κρίση. Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας αναμένει υπερπλεόνασμα άνω του 4% του ΑΕΠ το 2025, με απόλυτους όρους που ξεπερνούν τα 10 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, αυτή η θετική πορεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες. Η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η διάρκεια και ένταση της σύγκρουσης Ισραήλ-Ιράν θα είναι καθοριστικές. Το ενδεχόμενο ενός νέου «ενεργειακού σοκ» ή γεωπολιτικής επέκτασης της σύγκρουσης παραμένει υπαρκτό και πρέπει να αντιμετωπιστεί με ρεαλισμό και ετοιμότητα.
Η ελληνική οικονομία είναι σαφώς πιο ανθεκτική από ό,τι σε προηγούμενες κρίσεις, με ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, πλεονάσματα και θετικό αναπτυξιακό momentum. Ωστόσο, δεν είναι άτρωτη. Η αβεβαιότητα που πηγάζει από τις γεωπολιτικές εντάσεις απαιτεί ευελιξία στη χάραξη πολιτικής και επαγρύπνηση. Οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία της ή αν θα χρειαστεί να προσαρμοστεί σε νέες, δυσκολότερες συνθήκες.



















