Τη διατήρηση της αναπτυξιακής υπεροχής της Ελλάδας έναντι της Ευρωζώνης έως και το 2028 προβλέπει η Citigroup, εκτιμώντας ότι οι ισχυρές επενδύσεις και η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, η αμερικανική τράπεζα αναγνωρίζει ότι η ιδιαίτερη διάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους προσφέρει σημαντική προστασία απέναντι στις έντονες αναταράξεις των διεθνών αγορών ομολόγων.
Στη νέα έκθεσή της για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές, η Citi προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για την ελληνική οικονομία τόσο το 2026 όσο και το 2027, έναντι 1,1% και 1,4% αντίστοιχα για την Ευρωζώνη. Για το 2028 εκτιμά ότι ο ελληνικός ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 1,5%, παραμένοντας υψηλότερος από το 1,2% της Ευρωζώνης.
Η διαφοροποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων, υψηλού ενεργειακού κόστους και περιοριστικών χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Σύμφωνα με την ανάλυση της τράπεζας, η Ελλάδα διατηρεί ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική από μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
Επενδύσεις και αποκλιμάκωση του χρέους στηρίζουν την οικονομία
Οι επενδύσεις αποτελούν τον βασικό παράγοντα που συντηρεί την ελληνική ανάπτυξη, σύμφωνα με τη Citi. Η ενίσχυση της παραγωγικής δραστηριότητας και η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων δημιουργούν προϋποθέσεις για διατήρηση της οικονομικής επέκτασης, παρά τις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά από τον πληθωρισμό.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει η τράπεζα στη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Παρότι το απόλυτο επίπεδό του παραμένει υψηλό, η αναλογία του προς το ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική πορεία.
Συγκεκριμένα, η Citi προβλέπει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει κοντά στο 138% του ΑΕΠ το 2026, στο 135,8% το 2027 και στο 133,9% το 2028. Οι εκτιμήσεις αυτές τοποθετούν την Ελλάδα σε ευνοϊκότερη θέση από την Ιταλία ως προς τη συγκεκριμένη αναλογία. Η διάρθρωση του χρέους αποτελεί πρόσθετο πλεονέκτημα. Το μεγάλο ποσοστό δανείων με ευνοϊκούς όρους και η ιδιαίτερα μεγάλη μέση διάρκειά του περιορίζουν την άμεση επίδραση των αυξήσεων των επιτοκίων στον κρατικό προϋπολογισμό.
Περισσότερο από το 70% του ελληνικού χρέους συνδέεται με δάνεια του επίσημου τομέα, ενώ η μέση διάρκειά του υπερβαίνει τα 18 χρόνια, σύμφωνα με προηγούμενη ανάλυση της Citi. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος των αποδόσεων στις δευτερογενείς αγορές δεν μεταφέρεται αυτομάτως και στον ίδιο βαθμό στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης.
Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα εξηγεί γιατί τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εμφανίζουν σχετικά υψηλή ανθεκτικότητα απέναντι στα διεθνή κύματα πωλήσεων. Δεν εξαλείφει, ωστόσο, τον κίνδυνο ανόδου των αποδόσεων στις νέες εκδόσεις.
Πληθωρισμός και εξωτερικό έλλειμμα οι βασικές αδυναμίες
Παρά τη θετική αξιολόγηση των αναπτυξιακών προοπτικών, η Citi επισημαίνει σημαντικές ανισορροπίες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία.
Η μεγαλύτερη πρόκληση εντοπίζεται στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο εκτιμά ότι θα διευρυνθεί στο 6,9% του ΑΕΠ το 2026. Η επιδείνωση συνδέεται κυρίως με τις υψηλές τιμές ενέργειας και την επιβάρυνση του κόστους εισαγωγών. Για το 2027 η τράπεζα προβλέπει περιορισμό του ελλείμματος στο 6,2% και περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 5,6% το 2028. Οι πληθωριστικές πιέσεις συνιστούν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Η Citi τοποθετεί τον ελληνικό πληθωρισμό στο 4,1% για το 2026, προβλέποντας υποχώρηση στο 3,5% το 2027 και στο 2,2% το 2028.
Αντίθετα, θετικότερη εμφανίζεται η εικόνα της αγοράς εργασίας. Η ανεργία εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 8,6% φέτος, στο 8% το 2027 και στο 7,5% το 2028. Στο πολιτικό πεδίο, η αμερικανική τράπεζα αναγνωρίζει ότι οι εκλογές του 2027 ενδέχεται να αυξήσουν προσωρινά την αβεβαιότητα. Ωστόσο, το βασικό της σενάριο προβλέπει συνέχεια στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής.
Τι σημαίνουν οι εκτιμήσεις για τα ελληνικά ομόλογα και τις αγορές
Η θετική αξιολόγηση της Citi έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Η αποκλιμάκωση του χρέους, σε συνδυασμό με την αναπτυξιακή υπεροχή έναντι της Ευρωζώνης, ενισχύει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, η περιορισμένη ευαισθησία του υφιστάμενου χρέους στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των επιτοκίων αποτελεί παράγοντα σταθερότητας.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα των ελληνικών τίτλων δεν συνεπάγεται πλήρη απομόνωση από τις ευρωπαϊκές αγορές. Η Citi διατηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στα κρατικά ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας, καθώς οι δημοσιονομικές πιέσεις στη Γαλλία και η γεωπολιτική αβεβαιότητα μπορούν να επηρεάσουν συνολικά τις αποδόσεις.
Επιπλέον, η τράπεζα προβλέπει περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εφόσον οι υψηλές τιμές ενέργειας διατηρήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος νέου δανεισμού για επιχειρήσεις και κράτη.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η διατήρηση υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι και η μετατροπή αυτής της υπεραπόδοσης σε διαρκή βελτίωση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας.
Η έκθεση της Citi αποτυπώνει μια οικονομία με ισχυρότερες αντοχές από το παρελθόν, αλλά και με υπαρκτές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών θα καθορίσουν κατά πόσο το σημερινό πλεονέκτημα μπορεί να διατηρηθεί σε ένα πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.



















