Ανάσα, αλλά όχι λύτρωση, έφεραν τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για τον ελληνικό πληθωρισμό τον Ιούνιο. Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3,9%, καταγράφοντας αισθητή αποκλιμάκωση κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 4,9% του Μαΐου.
Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να «τρέχει» με ταχύτητες σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ υποχώρησε στο 2,8% από 3,2% τον Μάιο, αφήνοντας την Ελλάδα με μια διαφορά 1,1 ποσοστιαίας μονάδας. Πρόκειται για απόκλιση που προβληματίζει, καθώς δείχνει ότι οι εγχώριοι παράγοντες ακρίβειας παραμένουν ισχυροί, παρά τη συνολική ευρωπαϊκή αποκλιμάκωση.
Στην πρώτη πεντάδα της ακρίβειας
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται πέμπτη μεταξύ των 20 χωρών της Ευρωζώνης. Υψηλότερο ετήσιο πληθωρισμό κατέγραψαν μόνο η Λιθουανία με 5,5%, η Βουλγαρία με 5,3%, η Κροατία με 4,2% και η Κύπρος με 4,0%. Στον αντίποδα, οι μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης εμφανίζουν σαφώς ηπιότερη εικόνα: η Γερμανία κινήθηκε στο 2,4%, η Γαλλία μόλις στο 2,0%, η Ιταλία στο 3,1% και η Ισπανία στο 3,6%.
Η επιμονή του πληθωρισμού σε επίπεδα άνω του 3,5% για την Ελλάδα συντηρεί την πίεση στα νοικοκυριά, ειδικά σε κατηγορίες δαπανών που «καίνε» τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Τι οδηγεί την αποκλιμάκωση – και τι κρατάει ψηλά τον δείκτη
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, ο βασικός «σύμμαχος» στην πτώση του πληθωρισμού ήταν η ενέργεια. Οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν κατά 8,7% τον Ιούνιο, ρυθμός σημαντικά χαμηλότερος από το 10,8% του Μαΐου. Η σταδιακή εξομάλυνση στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου αποτυπώνεται πλέον και στον δείκτη.
Δεύτερη πηγή πληθωριστικών πιέσεων παραμένουν οι υπηρεσίες, με αύξηση 3,2%, αντανακλώντας κυρίως το αυξημένο κόστος στον τουρισμό, την εστίαση και τις μεταφορές ενόψει της θερινής περιόδου. Αντίθετα, θετικό σημάδι αποτελεί η επιβράδυνση στα τρόφιμα, το αλκοόλ και τον καπνό, όπου ο ρυθμός αύξησης περιορίστηκε στο 1,6%.
Για την Ελλάδα, αναλυτές εκτιμούν ότι η διαφορά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο οφείλεται σε τρεις παράγοντες:
- Δομικές αδυναμίες στην αγορά: Ολιγοπωλιακές πρακτικές στο λιανεμπόριο και υψηλό κόστος μεταφοράς λόγω γεωγραφίας.
- Τουριστική ζήτηση: Η έναρξη της σεζόν ανεβάζει παραδοσιακά τις τιμές σε υπηρεσίες και βασικά αγαθά σε τουριστικές περιοχές.
- Βάση σύγκρισης: Η Ελλάδα είχε βιώσει μικρότερες αυξήσεις το 2022-2023 σε σχέση με άλλες χώρες, με αποτέλεσμα η αποκλιμάκωση να έρχεται με καθυστέρηση.
Τι σημαίνει για την ΕΚΤ και τα νοικοκυριά
Η πορεία του πληθωρισμού τον Ιούνιο ενισχύει το σενάριο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διατηρήσει στάση αναμονής στις επόμενες συνεδριάσεις, έχοντας ήδη προχωρήσει σε δύο μειώσεις επιτοκίων από την αρχή του έτους. Για να «κλειδώσει» ο στόχος του 2%, απαιτείται περαιτέρω σύγκλιση και των χωρών που βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, η πτώση στο 3,9% είναι θετική εξέλιξη, αλλά δεν μεταφράζεται άμεσα σε ελάφρυνση. Η σωρευτική αύξηση τιμών της τελευταίας τριετίας έχει ψαλιδίσει το διαθέσιμο εισόδημα. Το «κλειδί» πλέον είναι η ταχύτητα με την οποία η αποκλιμάκωση του δείκτη θα περάσει στο ράφι του σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς.
Η τελική μέτρηση της Eurostat για τον Ιούνιο αναμένεται στα μέσα Ιουλίου, ενώ κρίσιμος θα είναι και ο Ιούλιος, μήνας αιχμής για τον ελληνικό τουρισμό. Αν η αποκλιμάκωση συνεχιστεί, η Ελλάδα μπορεί να βγει από την «κόκκινη ζώνη» του πληθωρισμού πριν το φθινόπωρο.


















