Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας σε ερώτηση για μελέτη που δημοσιοποίησε το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα , το οποίο αμφισβητεί την εικόνα της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2019–2024, απέρριψε συνολικά τα συμπεράσματά της, κάνοντας λόγο για μια προσπάθεια διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Με σκωπτικό ύφος ανέφερε ότι τέτοιου είδους έρευνες «ελαφρύνουν το κλίμα», υποστηρίζοντας πως τόσο οι συντάκτες τους όσο και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός παραμένουν αμετανόητοι στις οικονομικές τους αναγνώσεις.
Όπως τόνισε, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ η Ελλάδα βρισκόταν τελευταία στους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (27η στις 27 χώρες της Ε.Ε.), σε μια εποχή μάλιστα που δεν υπήρχαν εξωγενείς κρίσεις και η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτυσσόταν συνολικά. Αντιθέτως, σήμερα –όπως είπε– η χώρα καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης περίπου διπλάσιους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρότι τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίστηκαν από αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις, με κορυφαία την πληθωριστική.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αγορά εργασίας, επισημαίνοντας ότι την τελευταία πενταετία δημιουργήθηκαν περίπου 500.000 νέες θέσεις εργασίας και ότι η μείωση της ανεργίας από το 18% στο 8% αποτελεί σαφώς δυσκολότερο εγχείρημα από τη μείωση από το 20% στο 18%, καθώς όσο περιορίζεται η ανεργία, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η περαιτέρω αποκλιμάκωσή της. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η ανεργία σήμερα κινείται περίπου στο 7,9%.
Αναφερόμενος στη φορολογική πολιτική, υποστήριξε ότι επί ΣΥΡΙΖΑ επιβλήθηκαν ή αυξήθηκαν περίπου 30 φόροι, ενώ η σημερινή κυβέρνηση έχει μειώσει ή καταργήσει 83 φόρους, αριθμός που, όπως σημείωσε, θα αυξηθεί περαιτέρω με τις μειώσεις που έχουν προγραμματιστεί από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Στο πεδίο των επενδύσεων, ο κ. Μαρινάκης ανέφερε ότι την περίοδο 2019–2026 καταγράφεται αύξηση της τάξης του 96%, όταν την ίδια περίοδο στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση δεν ξεπερνά το 5%. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εμφανίζει την μεγαλύτερη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ σημειώνει ισχυρές επιδόσεις τόσο στις επενδύσεις όσο και στις εξαγωγές.
Σε ό,τι αφορά το διαθέσιμο εισόδημα, σημείωσε ότι το 2019 βρισκόταν στο 61% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ σήμερα έχει ανέλθει στο 70%, γεγονός που –κατά τον ίδιο– αποδεικνύει ότι η χώρα συγκλίνει με την Ευρώπη. Αντίστοιχα, η ατομική κατανάλωση βρίσκεται στο 81% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την Ελλάδα να μην είναι στις τελευταίες θέσεις, αλλά περίπου έβδομη από το τέλος.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατέληξε ότι η βασική έννοια που περιγράφει την πορεία της οικονομίας είναι η «σύγκλιση»: η Ελλάδα δεν έχει φτάσει ακόμη στο επίπεδο που επιθυμεί, ωστόσο μειώνει σταθερά την απόστασή της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τέλος, κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι συγκρίνει ανόμοιες περιόδους, αντιπαραβάλλοντας χρόνια παγκόσμιας ανάπτυξης με χρόνια έντονων εισαγόμενων κρίσεων, προσθέτοντας ότι αν η χώρα αντιμετώπιζε τις σημερινές πληθωριστικές πιέσεις με την οικονομία και τις πολιτικές της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ, οι συνέπειες θα ήταν ιδιαίτερα σοβαρές.



















